αιμορραγία

Η έξοδος του αίματος από τα αγγεία που το περιέχουν. Μπορεί να οφείλεται σε τραυματικές βλάβες ή σε παθήσεις που προκαλούν αλλοίωση στα τοιχώματα των αγγείων. Μερικές φορές η τοπική αιτία παραμένει άγνωστη, γιατί το αγγείο που έχει θιγεί εμφανίζεται ανέπαφο. Στην περίπτωση αυτή έχουμε μικροαιμορραγίες που οφείλονται στο πέρασμα ερυθροκυττάρων και πλάσματος από αόρατες λύσεις της συνέχειας του αγγειακού τοιχώματος: τότε γίνεται λόγος για α. εκδιαπιδύσεως. Εξάλλου, όλες οι ατέλειες της πήξης του αίματος διευκολύνουν και επιδεινώνουν την εμφάνιση α. Η έξοδος του αίματος από τα αιμοφόρα αγγεία μπορεί να γίνει προς την επιφάνεια του σώματος, στο εσωτερικό των ιστών ή μέσα σε κοιλότητες του σώματος. Η έκχυση αίματος όταν γίνεται μέσα στους ιστούς, ονομάζεται πετέχεια αν η ποσότητα είναι ελάχιστη, εκχύμωση αν η ποσότητα είναι μεγαλύτερη (στην εκχύμωση αντιστοιχεί ο μώλωπας) και αιμάτωμα αν η ποσότητα είναι τέτοια που να διαχωρίσει τους ιστούς και να σχηματίσει μια συλλογή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση είναι δυνατόν το αιμάτωμα να πιέζει σημαντικά όργανα με συνέπειες πολύ σοβαρότερες από την απώλεια αίματος. Η έκχυση αίματος, όταν γίνεται σε μια κοιλότητα του σώματος, λέγεται αιμοθώρακας για την πλευρική κοιλότητα και αιμοπεριτόναιο για την περιτοναϊκή κοιλότητα. Μια α. σημαντικής ποσότητας ελαττώνει τον όγκο του αίματος που κυκλοφορεί και οδηγεί έτσι στην καταπληξία (collapsus), η εμφάνιση της οποίας δεν συνδέεται μόνο με την ποσότητα του αίματος που χάθηκε, αλλά και με την ταχύτητα με την οποία έγινε η α. και με τη γενική κατάσταση του ατόμου που αιμορραγεί. Χαρακτηριστική φωτογραφία, με ειδικό μικροσκόπιο, εγκεφαλικής αιμορραγίας.
* * *
η (Α αἱμορραγία)
1. ροή αίματος από αιμοφόρο αγγείο, που οφείλεται σε λύση τής συνέχειας τού αγγειακού τοιχώματος εξαιτίας τραυματισμού ή άλλης αιτίας
2. γεν.
απώλεια αίματος
νεοελλ.
αποδυνάμωση, εξάντληση (π.χ. «οικονομική αιμορραγία»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἱμορραγῶ.
ΠΑΡ. αιμορραγικός
αρχ.
αἱμορραγώδης.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αιμορραγιογενής, αιμορραγιογόνος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἱμορραγία — αἱμορραγίᾱ , αἱμορραγία haemorrhage fem nom/voc/acc dual αἱμορραγίᾱ , αἱμορραγία haemorrhage fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμορραγίᾳ — αἱμορραγίᾱͅ , αἱμορραγία haemorrhage fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιμορραγία — η (ιατρ.), το χύσιμο αίματος εξαιτίας διάρρηξης αγγείων του σώματος: Από το χτύπημα έπαθε εσωτερική αιμορραγία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αιμορραγία — [эморрагиа] ουσ. Θ. кровотечение, кровоизлияние …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αἱμορραγίας — αἱμορραγίᾱς , αἱμορραγία haemorrhage fem acc pl αἱμορραγίᾱς , αἱμορραγία haemorrhage fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμορραγίαι — αἱμορραγίᾱͅ , αἱμορραγία haemorrhage fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμορραγίαν — αἱμορραγίᾱν , αἱμορραγία haemorrhage fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμορραγιέων — αἱμορραγία haemorrhage fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμορραγιῶν — αἱμορραγία haemorrhage fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμορραγίαις — αἱμορραγία haemorrhage fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.